16 Οκτ 2012

Δημήτρης Τρωαδίτης - Η Μοναξιά του Χρόνου

           
 11
Τους τραχείς αιώνες
να απαλύνεις

τʼ αφρούρητα όνειρα
να εξαργυρώσεις
με αγάπες
στη δύσβατη ζωή

τα γυμνά πόδια
των ρακένδυτων
να ντύσεις
με ρόδινες φλόγες
σε ήλιο ελεύθερο

ο πύρινος χορός
να συνεχιστεί

η ιριδίζουσα αυγή
νʼ αντιστέκεται στην πέτρινη
πηγή του λόγου
 

13 Οκτ 2012

Γιάννης Κυριαζής - Σονέτο


Μες στη βροχή σκορπίσανε οι στίχοι
κι έμεινε απ’ το ποίημα μόνο ο τίτλος
σαν στέγη, που εγκατέλειψαν οι τοίχοι
αφού η ψυχή δεν είναι πια ο στύλος.

Έφυγε και ο τελευταίος φίλος
που τη ζωή σου βοήθησε ν’ αντέξεις.
Τον Δον Κιχώτη χλεύασε ένας μύλος
κι εσένα σε αλέθουνε οι λέξεις.

Αν θες κορώνα-γράμματα να παίξεις
το ποίημα που σου ορίστηκε ν’ αρχίσεις,
το νόμισμά σου μόνο να μην ψέξεις.

Να ξέρεις κάτι πρέπει, αν ατυχήσεις:
γεννιέσαι και πεθαίνεις από τύχη.
Μες στη βροχή σκορπίσανε οι στίχοι.


Ι. Ν. Κυριαζής - ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ, ΧΡΟΝΟΘΥΕΛΛΑ

23 Σεπ 2012

Αίνιγμα

Το τέλος του μαύρου με την προβολή λευκού περιγράμματος

Ο καθένας δικαιούται να περιγράψει την ανεκδοτολογία της ιδιωτικής του περιπλάνησης.
Αν πρόκειται για την μυθιστορία, τα εργαλεία της γραφής καταφεύγουν στο ασφαλές παρελθόν του προσωπικού βίου με τη σωστή αναλογία των αντιθέσεων μεταξύ της αλήθειας και της απεικόνισής της. Αν είναι για την ποίηση, το άσπρο δεν προβάλλεται χωρίς περιγράμματα.
Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει ποιητικής ενδεχόμενο χωρίς την άδεια του μυστηριακού εκείνου κόσμου που θα προβάλλει στην ψυχή του αναγνώστη το περιβάλλον της συνείδησής του σε έκθεση στο φως. Η μυθιστοριογραφία έχει προ καιρού αποκτήσει το πλεονέκτημα, ακόμα και το άλλοθι, να ηγείται του ποιητικού λόγου. Η ποίηση, η φτωχή συγγενής, διεκδικεί ένα άσπρο χωρίς περιγράμματα.

21 Σεπ 2012

το σπίτι μας

Στο σπίτι μας είχαμε τρία δωμάτια
μέναμε στα δύο
το τρίτο πάντοτε άψογο
ήταν της υποδοχής
κανέναν δεν υποδεχτήκαμε
εκτός από τη μάνα μου

19 Σεπ 2012

Συλλογισμένο ρόδο


Φύλλο φύλλο
πέταλο το πέταλο
ακόμα να κρυώσει το θαύμα
ηχούν ακόμα οι τελευταίοι φθόγγοι πριν με παραδώσουν
τετράδιο αναγνωσμάτων
σ' ένα δρόμο παλιό απόψε
με μάτια πυρκαγιά απέναντι
στο τίποτα που έρχεται ή στο τίποτα που φεύγει
γεύση ρόδου σιωπηλού
από κάτω η μηχανή αλέθει το χρόνο
μα αυτός ακόμα ξεμακραίνει
έπιασε θάλασσα δεξιά κι αριστερά βαρδάρης
τα ίχνη ακολουθώντας
εκείνα που έσβησε ο καιρός
κάτι από σύμπτωση ή από τύχη
θ' ανταμώσουν οι σκιές
κι απ' την αρχή θα γεννηθούν

H Γεωμετρία το κενού

Μ' αρέσει να τρυγώ στίχους το φθινόπωρο. Να ξεδιαλέγω ανάμεσα στα κίτρινα και κόκκινα φύλα, τους ζουμερούς καρπούς της αστείρευτης αγάπης του ανθρώπου για τον άνθρωπο. Να περπατώ πάνω στα ξερόχορτα και να βουλιάζουν τα παπούτσια μου στα μυστικά της γης, ένας επισκέπτης με δικαιώματα θανάτου που προς το παρόν ασκείται στο δικαίωμα να ζει.
Είναι λοιπόν ο φόβος που με κάνει να κλείνω το παράθυρο, να τραβώ τις κουρτίνες και να βυθίζομαι στα σκεπάσματα με μια μυρουδιά φρεσκοκομμένου βασιλικού; Ψάχνω την καταγωγή της μνήμης σε φευγαλέο πέρασμα χελιδονιού, μια γεύση επιτάφιου ρόδου, μια τιράντα που δε λέει να συμμορφωθεί, ένα τσούρμο σκολιαρόπουλα σε ευφορία εκδρομής, η μάνα φορτωμένη κληματόβεργες, την ώρα που πέφτει το φως αρχίζει το ταξίδι.
Ο φόβος μη λησμονήσω τ' ακροδάχτυλα της λεμονιάς, ένα βράδυ όλο φεγγάρια κι ακόμα καίνε οι καλαμιές.

Και πριν μακάριος βυθιστώ στ' ακρονήματά μου, νάσου ο πραματευτής, ευκαιρία δε χάνει να αναμετρηθεί μαζί μου. Είναι αυτός, ο γνωστός επαίτης εξαιρετικών συμβάντων, γονυπετής στις εξόδους των εμπορείων, κοφτερός όμως σαν ξυράφι όταν βρει την πόρτα ξεκλείδωτη. Χρόνια κρατάει η μάχη. Πότε εγώ, πότε αυτός, πότε κι οι δυο πέφτουμε στο χώμα νικημένοι. Είναι ο επίδοξος εξουσιαστής μου, αυτός που επιδιώκει την πλήρη απανθρωποίησή μου, αυτός που προκαλεί τις συρράξεις των εντός μου κατοίκων.

Με ξύπνησαν καμπάνες ή ποδοβολητά παιδιών. Ο τοίχος υποχώρησε απ' τις ριπές παλιών ανέμων. Πέρασαν έτσι δίχως άδεια κάτι τσαλακωμένες φωτογραφίες, φτηνά ανταλλάγματα με ήχους ασπασμών. Οι φράχτες μου κατέρρευσαν και κάποιος έβαλε φωτιά στο τετράδιο με τα τραγούδια

Ό, τι προσμένω πλέον είναι φύλλο ξερό που κάνει βόλτες στο ταβάνι. Κι αν θυμηθώ πού έκρυψα το κουτί με τα ποιήματα, κάποιο χέρι έχει προλάβει.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ

σχόλιο πάνω στο ομώνυμο έργο του Γιάννη Χρήστου


πότε θα γεννηθώ
με της ψυχής μου τα κομμένα σύρματα
με του κισσού το βλέμμα ανάργυρο
με τ’ αποκαΐδια της τελευταίας των ημερών
στη χούφτα

εγώ
το προσκυνημένο γένος της ευταξίας
ψευδώνυμο μέλος της εξουσίας των δακρύων
με εικοσιτέσσερα αγκίστρια
των φωνηέντων τα ολισθήματα
νύκτωρ αλιεύω
και λέξιππος ιχνηλατώ

εγώ
με τ’ αριστερό το χέρι το σπασμένο
κι ένα ποδάρι ξύλινο
μαχαίρι ακονισμένο σε στάχτη ζεστή
εφτά πληγές να εξομολογηθώ

με το σβηστό καντήλι των ματιών
ζωσμένος της ανάγκης τ’ άρματα
ποια είναι η γη που έστρωσε άνοιξη
και καρτεράει το σώμα μου
ποια είν’ η μάνα που στον κόρφο της
θ΄αναστενάξω
και ποιας πατρίδας κλειδωνιά
να ξεκλειδώσω

πυγολαμπίδα εγώ
με τ’ άγρια δέντρα ζω
φωτίζω τα περάσματα των ελαφιών
μέχρι να ΄ρθει η φωτιά
να με πληρώσει

πότε θα γεννηθώ
χωρίς των γερασμένων χρόνων τις στριγγλιές φωνές
το βουητό της γης συθέμελα που τρίζει
με τη σκόνη στα βλέφαρα και τη λάσπη στο μάγουλο
θα σε φωτίσει ο κεραυνός
για μια στιγμή θα φανείς
σε μια στιγμή θα σβήσεις
θεά των άγριων καιρών και των σφοδρών ανέμων
κρύψε με άλλη μια φορά στην αγκαλιά σου
άνηβο

πότε θα γεννηθώ
με κόκκινη κλωστή δεμένη στ’ ακροδάχτυλο
με θυρεό ανάδελφο στο μέτωπο
χωρίς του πόντου τις φυλές
χωρίς σταυρό

πικρό πουλί της θύμησης
αντίπερα χτισμένη τη φωλιά
πάνω στα κόκκαλα των ευγενών αγίων
μα πίσω απ’ τα φυλλώματα
τρυφερά χτυπάει η καρδιά του μίσχου
κρατάει γερά το κύκνειο άνθος
μια εποχή ανεμόμυλων γι’ αντίδωρο
ας έρθουν κοντά τα σχολικά τα βήματα
όσο ν’ ασπρίζει ο ασβέστης στα πάνινα παπούτσια
και οι σημαίες θαλασσιές
με των σωμάτων τα γυμνάσματα
η αγριάδα στην αυλόπορτα
κι ένας παλιός Ιούνης
ζεστό νερό του ποταμιού
έκρυψα στην αχυρένια θημωνιά
όλα τα μυστικά του καλοκαιριού
σε σκέπασα καλά να μη σε δουν
τυλιγμένη στα φύλλα της μουριάς
μ’ έρωτα φτερό στον ώμο
χωρίς ένα μη
ούτε ένα όχι

15 Σεπ 2012

μαζεύοντας ντομάτες



μες στις ντοματιές
ψάχνω ένα σου βλέμμα
χωρίς ελπίδα



να που σε βρήκα
να σ' αγκαλιάσω θέλω
γιατί δε φεύγεις;



μη με κοιτάζεις
είναι που δεν αντέχω
να σε θυμάμαι



μη μου θυμώνεις
ακόμα και οι πληγές σου
έγιναν ήχος


14 Σεπ 2012

Το μεγάλο ταξίδι της κυρίας Μάιρας Ραμπίρεθ

Η κυρία Ραμπίρεθ άπλωσε το πουκάμισο στη σιδερώστρα
άφησε το σίδερο απαλά να σαλπάρει ανάμεσα στις πιέτες
απέφυγε με μαεστρία τα δυο μανικετόκουμπα
και ξανοίχτηκε καπετάνισσα στο βαθύ μπλε με τις άσπρες ρίγες

Καθώς απομακρυνόταν από τη στεριά άγρια χαρά τη διαπέρασε
όταν φαντάστηκε τον κύριο Αλφόνσο με ασιδέρωτο κοστούμι
με μεταχειρισμένο σώβρακο και κάλτσες βρώμικες
να χάνει την προαγωγή γιατί κανένας δεν τον ξύπνησε το πρωί
κανένας δεν μαγείρεψε το μεσημέρι
και φυσικά κανείς δεν ασχολήθηκε με τα ρούχα του

Η κυρία Ραμπίρεθ κάθησε στην κουπαστή
και τραγουδάκι πρίμο αεράκι σκαρφάλωσε στα χείλη της

να 'ταν τα μάτια σου αστέρια καλέ μου
να 'ρθουν να με φωτίσουν
να μη χαθώ στο πέλαγος


να' ταν η ανάσα σου πουνέντες καλέ μου
για να με φέρει πίσω


Μάιρα είδες τα τσιγάρα μου;

Η κ. Ραμπίρεθ τσαλάκωσε βιαστικά το χαρτί και το έκρυψε στον στηθόδεσμό της
σιγά να μη γίνω κι εγω σαν αυτόν τον παλαβιάρη

ψιθύρισε

ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ - Τα λύτρα

Τώρα
μετράει το βιός του
πόσα χαράματα πόσες αφιλόξενες νύχτες πόση ξενιτιά
και πόση αντίδωρη αγάπη
χάθηκε στη ζωή του.


Ποίημα από τη συλλογή Τα λύτρα,
Eκδόσεις Γαβριηλίδης 2012

ΑΝΙΚΑΝΟΣ ΘΕΟΣ - Ντενίζ Παναγιωτοπούλου

Όταν γράφεις νιώθεις σαν ένας μικρός Θεός. Εσύ είσαι που καθορίζεις την τύχη των ηρώων σου. Εάν δεν σου κάνει κάποιος τον σκοτώνεις ή καλύτερα τον κάνεις να πεθάνει. Όμως ένας χαρακτήρας για να στέκει, πρέπει να έχει σχέση με την πραγματικότητα την οποία καθορίζει κάποιος άλλος Θεός ή Διάβολος. Τέλος πάντων, οποιοσδήποτε άλλος εκτός από εσένα.
Και τώρα σκέφτομαι θλιμμένος πού να βρίσκεται αυτή η ελευθερία που υποσχέθηκα στον εαυτό μου.

Αναδημοσίευση απ'  το Πoιείν

13 Σεπ 2012

less

Λίγοι απομείναμε
καιρός να μαζευόμαστε σιγά σιγά
στη δικιά μας εκφορά της θλίψης
αδιάβροχοι όπως πάντα

με την κατάρα του καλού θεού

έβγα λαλιά απ' τα χείλη μου - Μαρία Παπανικολάου

   
 
  

έβγα λαλιά απ' τα χείλη μου
και πέτα με τ' αγέρι
βρέστονε που' χει τον καημό
και δώσε του το χέρι

όπου ακούς ένα λυγμό
να κλαίνε την αγάπη
γίνε το βράδι συντροφιά
συγχώρα τους τα λάθη

σίμωσε αυτόν που κυνηγά
το άπιαστο όνειρό του
δώσε στη φλέβα του φωτιά
ν' αντέξει τον κημό του

δρόσισε και τα χείλη της
που δεν έχουν φιλήσει
βάλε στη δίψα της μιλιά
να βγει να τραγουδήσει

όποιον αντέχει να μισεί
γλύκανε την καρδιά του
κι αν αντικρίσεις λησμονιά
φύγε πολύ μακριά του

έλα και μάθε μου κι εμέ
του μοναχού τον πόνο
να τραγουδώ χωρίς μιλιά
με την καρδιά μου μόνο

 
στίχοι: Κατερίνα Πατεράκη
τραγούδι: Μαρία Παπανικολάου
μπάσο: Πέτρος Δραγούμης
κρητική λύρα: Γεωργία Νταγάκη 
μουσική: Κώστας Μπραβάκης

12 Σεπ 2012

Lied vom Meer - Rainer Maria Rilke



Uraltes Wehn vom Meer,
Meerwind bei Nacht:
du kommst zu keinem her;
wenn einer wacht,
so muß er sehn, wie er
dich übersteht:
uraltes Wehn vom Meer
welches weht
nur wie für Ur-Gestein,
lauter Raum
reißend von weit herein...

O wie fühlt dich ein
treibender Feigenbaum
oben im Mondschein.

Rainer Maria Rilke, 1908

Μουσική σύνθεση - πιάνο: Νεφέλη Μπραβάκη
Τραγούδι: Νίκη Μπραβάκη

10 Σεπ 2012

χαμόγελο παπαρούνας ΙΙΙ

Σου γράφω τώρα που ο καιρός κόπασε
Μπορώ πλέον να βουλιάζω τα πόδια στο χιόνι ανενόχλητα
Ένας χιονάνθρωπος αλαλάζων
Χωρίς καρότο στη μύτη
Ούτε κασκέτο
Και κάρβουνο στα μάτια
Μια αλεξικέραυνη παπαρούνα
Ενα θραύσμα χειροβομβίδας
Στις πρώτες ειδήσεις
Κεφάλι αγριόχοιρου τυλιγμένο στις
Πρωινές εφημερίδες
Ροδίτης και ασύρτης με τσαλακωμένους
Στίχους
Δοξάζουν τον σκουπιδοτενεκέ
Το μειωμένο υπόλοιπο μετρά και ξαναμετρά η κυρία Όλγα και
Στις παλάμες η γραμμή της ζωής της
Διαδρομή ελάχιστη με φαρδιές πλάκες πεζοδρομίου
Ν' ατενίζει στο προαύλιο κάτι σαν ουρανό
Κι ύστερα πίσω στο σύρμα με τα μπρονζέ
Νομίσματα
Προσέχοντας να μην καταπιεί το κουτάλι
Με το δάχτυλο στη σκανδάλη
Σημαδεύοντας
Τον πρώτο στίχο που θα περάσει απαρατήρητος

9 Σεπ 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ - 32

Ο κόσμος θα τελειώσει μια Δευτέρα βράδυ˙ 
αέρας θα φυσάει βαρύς, μια οσμή   
από γη πυρπολημένη και θειάφι 

σε δρόμους, σε πλατείες θ' απλωθεί. 
Στην τηλεόραση θα λένε απ' τις ειδήσεις   
πως έχουν όλα πια διευθετηθεί, 

πως οι Αρχές διαθέτουν εξηγήσεις, 
πώς κάθε κίνδυνος έχει αποσοβηθεί.   
Μόνο ψηλά, από τ' ουρανού τα παραπέτα, 

το θρόισμα μόλις θα ηχεί της Απειλής˙ 
εμπρός της τ' άστρα, αναμμένα σπερματσέτα,   
το φως το λίγο της μεγάλης προσμονής. 

Χωρίς βιασύνη, μια στιγμή θα σταματήσει 
να κοιταχτεί μες στου καθρέφτη τον βυθό.   
Επειτα, με μια απόφαση βουβή θα ξεκινήσει. 

Να σβήσει τ' άστρα από τον ουρανό.


Από την ποιητική συλλογή αέρας αύγουστος, Περισπωμένη 2012

το ποίημα της εβδομάδας από το e-poema

6 Σεπ 2012

Λίγες σκέψεις για τη μουσική (και την ποίηση)

                                              Ή η μουσική είναι η εκδιδόμενη γυνή της ποίησης

Το καίριο σημείο της υποβολής, το αισθαντικό σημείο που παραλύει τη σκέψη και την οδηγεί στη διασκέδαση και ας το πούμε, στην απόλαυση, ονομάζεται μουσική. 

Ας σκεφτούμε τον Συμβολισμό. Μέσα από δαιδαλώδεις διαδρόμους, τις περισσότερες φορές δυσπρόσιτους, εξαναγκάζει το υποκείμενο να μπλέξει σε μια περιπέτεια αναζήτησης ενός μοναδικού (ή προσωπικού) συναισθήματος.
Θα συμφωνήσω, άλλο η σκέψη, άλλο ο στοχασμός κι άλλο ο μυστηριακός κόσμος. Αυστηρά, για παράδειγμα, θα έπρεπε ένα κινηματογραφικό φιλμ να στερείται ήχων (μουσικών), εκτός από τους φυσικούς τη στιγμή της δημιουργίας του. Μια “ρομαντική” υπόκρουση θα υπέβαλε απευθείας την άμεση προσδοκία του θεατή στην προσωπική του προσμονή, την αίσθηση της προσωπικής συναισθηματικής του ισορροπίας. 

Φανταστείτε λοιπόν μια έκθεση ζωγραφικής που απ' τα μεγάφωνα ν' ακούγεται υποβλητική μουσική (...)

Η μουσική όμως που έχει απαλλαχτεί απ' το συναίσθημα και πουθενά δεν προσφέρεται για αναστεναγμούς και χειροκροτήματα, η κόρη που διαφεύγει το συνοικέσιο και ανοίγεται στο παλιρροιαρικό ρεύμα των ήχων, δεν είναι τίποτε άλλο από μικρές, στιγμιαίες εκστάσεις που ανοργάνωτα ερεθίζoυν την ακουστική ικανότητα των προικισμένων με ιδιαίτερες αισθήσεις βατράχων.

4 Σεπ 2012

Ζούμε..

Ζούμε μια έκλυτη ζωή, έκλυτη όχι ως προς την απόλαυση που είναι έτσι κι αλλιώς δραστικά μειωμένη από τη γενικευμένη κρίση. Ζούμε μαζί μα δεν ακούμε ο ένας τον άλλον, δε διαβάζουμε ο ένας τον άλλον, δε μυρίζουμε ο ένας τον άλλον, δεν τον βλέπουμε καν.

Φοβόμαστε να κοιτάξουμε ο ένας στην ψυχή του άλλου, όπως φοβόμαστε να κοιτάξουμε στην ίδια τη δική μας.

Δεν μας ξέρουμε, είναι γεγονός.

Πέρα από την επίκληση των καθημερινών δυσκολιών που επιφέρει η ούτως ή άλλως δύσπεπτη πραγματικότητα, άλλος λόγος δε βρίσκεται που να δυσκολεύει τη συγγένειά μας, παρά το ορμητικό ρεύμα της επικαιρότητας που μας συμπαρασύρει στο άγνωστο.

Στην κόρη μου

 Μπαίνεις μες στη ζωή και με τα δυο σου πόδια
Αχ, βάλε πρώτα το δεξί να δεις αν κρυώνει
Ύστερα τ' αριστερό να δεις αν καίει
Ακόμα και αν μείνεις με τα πόδια ακίνητα
πάλι μες στη ζωή θα είσαι


                                                                                                     17-8-2012

Καλή ερώτηση

Γράφουμε για τις επιζώσες αστοχίες μας
όσες χωράνε στο μαντηλάκι μας
που σφουγγίξαμε κατά καιρούς
τoν κώλο μας
και το προσφέρουμε χωρίς αιδώ
στις κυρίες των θεωρείων με τα υγρά μάτια

Γράφουμε για να προστατευτούμε
απ' την ώρα της εξόφλησης
για τη λευκή επιταγή που υπογράψαμε
και τώρα ψάχνουμε λέξη τη λέξη
τα ψιλά γράμματα

Γράφουμε γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς!
(Πιο ακριβά βρίσκεις τα παντζάρια και τα μπρόκολα
απ' αυτές τις δικαιολογίες)

Γράφουμε για να μας αγαπήσουν
ν' αγαπήσουν το μεταβαλλόμενο είδωλό μας
και τρέχα γύρευε τι ψάχνει να βρει
εκείνο το κορίτσι με τα μακριά πανταλόνια
και το σάκο στην πλάτη
στα πιο ψηλά ράφια της βιβλιοθήκης

Γράφουμε από μανία
γεμίζουμε μαύρες σημαίες το νυχτοκρέβατο
και κάτι ζωγραφιές με ανακοινωθέν καταιγίδας

Γράφουμε για το ασφαλές παρελθόν μας
λες και μας ανήκει κάτι από αυτά που έζησαν οι άλλοι εξ' αιτίας μας
ένα κουάξ απολιθωμένου βάτραχου
μια σιωπή που κανένας δε θέλει να περάσει ούτε λεπτό μαζί της

Γράφουμε για ν' αντισταθούμε στο μέλλον
για ένα κομμάτι χρόνου στο είναι που μας αναλογεί
στην έκπληξη μιας επετείου γενεθλίων

Γράφουμε εν τέλει
για μια θέση στο δημόσιο χώρο
κι αν είμαστε τυχεροί
κάποιος πεινασμένος άστεγος θα μας ανακαλύψει

Ι.Ν.ΚΥΡΙΑΖΗΣ – Ως ασθενής

Τα χρόνια μου όλα
τα έζησα ως ασθενής
Μα δεν πειράζει
έτσι κι αλλιώς
η ζωή είναι η παιδική αρρώστια
του θανάτου


Πόση ζωή πρέπει να ξοδέψεις
για ν' αποταμιεύσεις το λιγοστό νόημά της...


Ι.Ν.ΚΥΡΙΑΖΗΣ – Χρονοθύελλα (ποιήματα 1992-2011)

31 Αυγ 2012

Νικηφόρος Βρεττάκος - Αυγουστιάτικος άνεμος, Η ποίηση

Αυγουστιάτικος άνεμος

Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν
καρδιές χωριστές - τόσα μάτια, όσα βλέπουν
αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά
κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα
στην κάτασπρη γύρη του.
Νιώθω μέσα στο στήθος μου
την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω
σα να 'μαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε
για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και
      χαρούμενος,
προς τα πάνω. Ψυχή μου! Τι σε θέλω, ψυχή μου; Τι
     κάθεσαι και
δε γίνεσαι μέλισσα; Δυο γραμμούλες φωτός,
δυο αστεράκια οι κεραίες σου - πέταξε, πρόλαβε, τρέξε,
ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις
φωτιά στην κυψέλη σου.

Ψυχή μου, χαρά μου, τι κάθεσαι μέλισσα;

Ανοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.



Η ποίηση

Ο,τι μπόρεσα να διασώσω
(στον κόσμο που πήγα)
το διέσωσα, θάλασσα.

Η ψυχή μου ένα σμήνος
μυριάδων πουλιών
που τ' αλώνιζε η θύελλα.

Οσα διασώθηκαν
βρήκαν το δέντρο τους.

Φτερούγισαν κ' έμειναν
μέσα στις λέξεις.


Αναδημοσίευση από το e-poema

29 Αυγ 2012

Ημερολόγιο Επιθεώρησης


Ευκαιρία! Πωλείται λόγω μετακομίσεως από εύπορη αγροτική οικογένεια, καρέκλα κατασκευής 1968 από αυθεντικό καραγάτσι, με επένδυση υψηλής ποιότητας πολυαιθυλενίου της οποίας οι επιμέρους αφαιρέσεις χρησίμευσαν για τα κρόσια στο τιμόνι του ποδηλάτου του διαδόχου. Στέρεη, αναπαυτική, θα σας χαρίσει ατέλειωτες στιγμές απόλαυσης του αγαπημένου σας επεισοδίου προερχόμενο από την φιλική γειτονική χώρα. Υπάρχει πολυετής εγγύηση σε περίπτωση μερικής ή ολικής καταστροφής, δεν καλύπτονται οι πεθερές διότι οι προδιαγραφές του προϊόντος δεν υποστηρίζουν προνομιακά δικαιώματα. Σε περίπτωση απώλειας ή καταστροφής, το προϊόν διαθέτει ψηφιακό ενσφήνωμα, που θα σας ειδοποιεί αν οφείλεται α) στον καυγά που έγινε στο πανηγύρι, β) στη διεκδίκησή της για μια ιδανική θέση στο στρατιωτικό σινεμά που έρχεται ως γνωστόν στις έξι, δεκαέξι και είκοσι έξι του μηνός, γ) στην επιμονή της πεθεράς που απαιτούσε διακαώς να δει το νέο επεισόδιο του λούνα παρκ.


Πωλείται κιθάρα μοντέλο 1975, από ατόφιο σφενδάμι, με καπάκι κυπαρισσιού, ταστιέρα από τριανταφυλλιά, παίζει τα πάντα, λαϊκά, δημοτικά, μπλουζ, ροκ, έντεχνα δεν ξέρει, αλλά αυτό δεν μειώνει την ιστορική της αξία. Έχει παίξει σε πανηγύρια, γάμους, σε παραπόταμες αισθηματικές συνευρέσεις, θα καλύψει κάθε ανάγκη σας, αν δεν ξέρετε να παίζετε, κανένα πρόβλημα, παίζει και μόνη της, έχει τόσα να θυμηθεί. Εκποιείται όχι από ανάγκη, αλλά από την πατριωτική διάθεση του διαδόχου να βοηθήσει στην επικείμενη κατάρρευση της αγροτικής οικονομίας και να αναπτύξει σχέσεις αλληλεγγύης με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα που φέτος επιδότησε το σιτάρι δυο δεκάρες στο κιλό.

Αν τηλεφωνήσετε στα επόμενα δέκα λεπτά, δώρο το δρεπάνι. Σφυριά δε διαθέτουμε, μπορούμε όμως να σας βολέψουμε με ένα ενσύρματο τηλεκοντρόλ τηλεοράσεως SABA γερμανικής κατασκευής 1972 και αν επιθυμείτε να αγοράσετε και τη συσκευή, δώρο τα περιστέρια όσα χωράνε στο καφάσι.

25 Αυγ 2012

Βάτραχος στο ντιβάνι


Κοιτώ το δεξί μου χέρι. Και το αριστερό, στη θέση του. Δεν έμαθα ποτέ μ' αυτό να πιάνω το μολύβι που αχρείαστο είναι πια έτσι κι αλλιώς. Μα και με το δεξί δεν τα καταφέρνω. Πάει καιρός που δεν συνεργάζονται έστω κι από σύμπτωση. Όπως απόψε που το ένα έτοιμο και το άλλο καθαρίζει τα νύχια του, αμήχανο. Μα ποια στερεοφωνία θα τα εξαναγκάσει; Οι μέρες περνούν με το στενό κορσέ της επικαιρότητας να τις πνίγει, έτσι ασήμαντες που ξημεροβραδιάζουν εν αναμονή σημαντικών εξελίξεων που θα επαναφέρουν το φως, εκείνο το τρεμάμενο που αναβοσβήνει ανάλογα με την επιμονή την χαλκογέννητης φρουράς της αγοράς, φως, είπα κι αναστέναξαν μαζί μου τα σκυμμένα κεφάλια και τα λυγισμένα γόνατα.

Έτσι κι αλλιώς δε συνεργάστηκαν ποτέ. Το ένα έγραφε και το άλλο κοιτούσε. Το ένα αντάλλασσε με προθυμία χειραψίες και το άλλο παράμερα έσφιγγε τη γροθιά του. Το ένα έπαιζε τις εξαίσιες μελωδίες που συγκινούσαν τους ενοίκους των θεωρείων και το άλλο κρατούσε με σθένος τον αρμονικό ρυθμό για να σωθεί η παράσταση.

Ακόμα και τώρα που έτσι κι αλλιώς εξαναγκάζονται να συνεργαστούν ελέω πληκτρολογίου, συναγωνίζονται την πολυφωνία των βατράχων.

Φέτος το ρέμα έφερε έναν σωρό απ' αυτούς τους κατεργάρηδες που ούτε να κοιμηθείς μπορείς μα ούτε και να γράψεις. Διακρίνω το κάντους φίρμους από έναν ψυχωμένο και δυναμικό τενόρο που δίνει το πρόσταγμα για την έναρξη της συναυλίας και ακολουθεί το χορικό μιας επιτόπιας σύνθεσης χωρίς φόρμα, χωρίς χρονικό ορίζοντα, χωρίς κοινό εκτός από εμένα που λαθραία βούτηξα ως στα γόνατα στο ρέμα.

Η μουσική είναι το τεκμήριο της συνείδησης της ροής του χρόνου. Σ' αυτήν την παραδοχή υπακούουν οι πιστοί και φρόνιμοι ακροατές που είτε απολαμβάνουν την εξέλιξη ενός έργου, είτε κοιτούν με τρόπο το ρολόι τους, ένα εντυπωσιακό φινάλε θα τους καθηλώσει και θα τους καθοδηγήσει με ακρίβεια στην καθιερωμένη διαδρομή της αποδοχής του που εν τω μεταξύ έχει καλύψει τις ανάγκες τους για μια συναισθηματική αποκάλυψη.

Τα βατράχια δεν συγκινούνται από κάτι τέτοια. Ένας εξεγερμένος μηχανοκίνητος καβαλάρης και ο διπλανός συζυγικός καυγάς δεν φαίνεται να επηρεάζουν τον οίστρο τους. Ίσως να δέχονται με ευγένεια τη συμμετοχή των νέων ήχων, μα ακόμα και τούτη η τυχαιότητα δεν αρκεί, ώστε τα χέρια μου να συνεργαστούν και να την περιγράψουν.

24 Αυγ 2012

η αλεπού


Άνθρωπος παντού. Ψηλός, κοντός, άρχοντας, φτωχός, ένδοξος, καταραμένος, σοφός και ποιητής, φουκαράς και ταπεινός, η υψηλότης του διόλου απασχολεί τον ψηλό πεύκο που δεν τον βλέπω αλλά τον μυρίζω και κάτι έντομα και μικροερπετά που μου γαργαλούν τις πατούσες. Αν ήμουν δέντρο, θα ήθελα να έχω γερό κορμό, πλατύφυλλα κλαδιά, ίσκιο παχύ και ώριμους καρπούς να πέφτουν στα κεφάλια των ερωτευμένων αγοροκόριτσων. Αν ήμουν θάμνος, θα ευχόμουν να μη με πλησιάσουν τα πυρά απ' το πεδίο βολής ή να μη με ξεριζώσουν και στη θέση μου να μπουν τα θεμέλια ενός ακόμα οίκου ευγηρίας. Τα δέντρα όμως δεν θέλουν να μοιάσουν σε κανέναν. Τι ενδιαφέρον θα είχε για ένα κυπαρίσσι η ποιότητα της προβολής του ενταφιασμένου παρελθόντος μου, παρά να μου παρέχει τόπο χλοερό και αναπαύσεως; Μια ξηρασία, κάποια πυρκαγιά, ένας αγενής ξυλοκόπος, κι ούτε ένας συγγενής έστω κι από υποχρέωση. Κι εγώ θαμμένος μέσα στον κόσμο των ιδεών, το μαρτύριο της συνείδησης, το άγνωστο που με πλακώνει κι εκείνη η αφόρητη μυρουδιά των επιτάφιων ρόδων.

Τόση ώρα με κοιτάει και δεν μπορώ να κουνήσω ούτε τα μάτια μου. Πέρασε από νωρίς, τρόμαξε κι εξαφανίστηκε. Και να τώρα που επέστρεψε σαν να εισακούστηκε η ευχή μου. Με τρώει η περιέργεια, γιατί περιμένει μια δική μου κίνηση; Κάνει πως τρώει, πως δε με προσέχει, μα τα μάτια της δε με αφήνουν δευτερόλεπτο. Η καύτρα απ' το τσιγάρο μού καίει τα δάχτυλα, τι να σκέφτεται άραγε, ή καλύτερα, μπορεί μια αλεπού να στοχάζεται; Με βρίσκει τάχα ωραίο όπως τη βρίσκω εγώ ή εκείνη με βλέπει σαν μια δεσποινίδα της Αβινιόν ή μια στρεβλή φιγούρα του Μπέικον; Παρ' όλα αυτά νομίζω πως με συμπάθησε. 'Εκανε το πρώτο βήμα, πλησίασε μια παρατημένη παντόφλα, την άρπαξε με τα δόντια της αλλά δεν έτρεξε να φύγει. Συνέχισε να με κοιτάει ακίνητη περιμένοντας ίσως τη συγκατάβασή μου. Άφησα το τσιγάρο να πέσει πάνω στο τσιμεντένιο τραπέζι, εκείνο κύλησε στο χώμα, σηκώθηκα απότομα για να αποτρέψω μια ανεπιθύμητη πυρκαγιά, η αλεπού εξαφανίστηκε μέσα στις ελιές κι απόμεινα πάλι στη μοναξιά μου, ευχαριστώντας την για την πολύτιμη συντροφιά που μου χάρισε.

16 Αυγ 2012

της Αθηνούλας

Μόλτο μαλατσιόζο, σ' έχω φωνάξει χίλιες πεντακόσιες φορές και άλλες τόσες γελούσες όπως στην πρώτη. Τρέχω να προλάβω να στο πω άλλες τόσες, τρέχεις κι εσύ να τ' ακούσεις, ποιος θα προλάβει ποιον αφού κάποιος απ' τους δυο μας θα κουραστεί και θα πετάξει τα παπούτσια του και θα ξαπλώσει στο δροσερό γρασίδι. Θα είναι νύχτα, οι θεατές θα έχουν ξεκουμπιστεί, κάποιος ξέχασε αναμμένους τους προβολείς, θα χορεύεις όπως στα πρώτα έναστρα σου βήματα, μια κάμπια ανέβηκε στο γόνατό σου, όχι δεν είναι η ζωή, ψέμα ο θάνατος, ένα ανεπιθύμητο ρίγος, μια στάση απρόβλεφτη, η ζωή ξερνάει στα πεζοδρόμια, κάποιος οδοκαθαριστής θα τα μαζέψει σφυρίζοντας, τι παίρνεις, τι αφήνεις, τι μένει στο τέλος, τα βήματά σου θα σπάσουν το συρματόσκοινο, μην περιμένεις κάποιον να σε περιμένει, εμείς μετράμε ακόμα τις πλάκες της αποβάθρας, να προλάβουμε τη ζωή μας που ξέχασε να ξεκινήσει.

Tα βήματά σου κι η ανάσα σου θα γίνουν άγριο μέλι

15 Ιουλ 2012

Μανόλης Αναγνωστάκης - Στ' αστεία παίζαμε!

Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;

Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!


(από Tα Ποιήματα, Πλειάς 1976)

Διαδικασία επιστροφής - ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΝΑΒΟΥΡΗΣ

Πάλι πλησιάζω την ελευθερία˙
Το χώμα κυματίζει.
Δεν είναι κανένας εδώ.
Θα επιστρέψω πάλι στο κορμί μου.
Αυτό θα πει ελευθερία:
Να φεύγεις για πάντα
Και να επιστρέφεις για πάντα
Εκεί όπου όλα πεθαίνουν ακόμα μια φορά
Μετά τον θάνατο
Με κάτι έργα της στιγμής
Που άλλοι τα είπανε πολέμους
Κι άλλοι νεκροί τα είπαν μουσική.

Ποίημα από τη συλλογή Τα επίχειρα της προοπτικής,
Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2010

Αναδημοσίευση το από το e-poema

7 Ιουλ 2012

Καστάνκα

 



Το ξαδερφάκι μου ο Μπάμπης πώς δεν στραβολαίμιαζε κοιτώντας συνεχώς στον ουρανό; Κοίτα τα καβακλούτ'κα, αυτά με τα πορτοκαλί φτερά, πόσες τούμπες κάνουν, τα άσπρα είναι τα σπιτίσια, μια φορά να τα ταΐσεις, θα σε ξέρουν και θα ξεκουτσουλιάζουν στο χέρι σου. Ο περιστερώνας του Μπάμπη ήταν το κέντρο επιχειρήσεων της κοινωνικής του δικτύωσης. Αυτοσχέδια καφάσια με ό,τι καρφί και σανίδι περίσσευε απ' τις οικοδομές, απαλλοτριωμένα κομμάτια συρματόπλεγμα, μπόλικο το στάρι το καλοκαίρι απ' τις μπατόζες και το χειμώνα βρεγμένα ξεροκόμματα απ' αυτά που δεν περίσσευαν. Είχε κι ένα αρνί που το τάιζε γάλα μ' ένα ρωγοβύζι κι όταν έμαθε ότι θα το σφάζανε το πάσχα, πού να δείτε το Μπάμπη.

Τα περιστέρια του σύγχρονου αστικού μύθου είναι οι φτερωτοί αρουραίοι. Φορείς σοβαρών ασθενειών, ενοχλητικοί επισκέπτες, μπορεί να χτίσουν τη φωλιά τους εκεί που δεν το περιμένεις. Ας πούμε πάνω στην εγκατάσταση παροχής αερίου.

Κάπως έτσι μπήκε στη ζωή μου η Καστάνκα. Ανάμεσα στις κρούστες από κουτσουλιές φάνηκε κάτι να καρδιοχτυπά έτοιμο για έμφραγμα. Το πήρα στα χέρια μου, δε φρόντισα να φοράω μάσκα, ούτε γάντια, ο Μπάμπης θα με μούντζωνε, ήταν δεν ήταν δέκα ημερών, είχε πορτοκαλί τρίχες στο κεφάλι της όπως και στην πλάτη, μεγάλα ωραία πόδια και μια μύτη, μα τι μύτη, σαν της βασίλισσας Κλεοπάτρας. Να το πούμε Καστάνκα, πρότεινε το νικάκι. Η Καστάνκα πεινούσε, έβρεξα λίγο ψωμί μα δεν άνοιγε το στόμα της. Πήρα τη μεγάλη απόφαση, αυτήν του μικροαστού που θα καυχιέται καιρό για τον ηρωισμό του. Με το ζόρι λοιπόν και με τα νύχια του κιθαριστή άνοιξε το ράμφος η εκλεκτή φιλοξενούμενη και πήρε το πρώτο της γεύμα.

Πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες. Η Καστάνκα έβγαλε φτερά, τα κουνούσε έντονα μόλις με έβλεπε με μια χούφτα σπόρους. Καθόμασταν στη βεράντα και τα λέγαμε, της είπα για τα παλιά, για το Μπάμπη, για την προβατίνα του που απεβίωσε πλήρης ημερών, εκείνη ωστόσο έδειχνε ζωηρό ενδιαφέρον για τα καθέκαστα, της έκανα όσο γινόταν μια αντικειμενική ανάλυση της τρέχουσας επικαιρότητας, πλάκα κάνετε, φώναξε, οι σπόροι φτάνουν για όλους ακόμα και για τα πουλιά!

Η Καστάνκα μελαγχόλησε. Το μαρτυρούσαν τα κακά της που ήταν όλο νερό. Τηλέφωνο, το εκπαζ δε δουλεύει, οι σύλλογοι έκλεισαν, κτηνιατρική σχολή, κάπου λέει υπάρχει ελπίδα, κοντά στην Αριστοτέλους.

Την έκλεισα σε ένα κουτί από παπούτσια και πήρα το δρόμο. Στην πλατεία στηνόταν ένα ακόμα προεκλογικό σκηνικό. Ποιος μιλάει; Ο Μπάμπης, απάντησα.


23 Δεκ 2011

J.S.Bach - Es ist ein kind geboren



Ένα αλτάκι ανάμεσα σε ορμητικούς πλαγίαυλους κι ένα σύμπαν από ουράνιες φωνές.
Πέρασε κιόλας ένας χρόνος απ' το προηγούμενο “μεγαράκι” με το νικάκι να προβιβάζεται. “Το βράδυ θα μου ξαναδιαβάσεις τα Χριστούγεννα του τεμπέλη;”

24 Οκτ 2011

Χωρίς τίτλο

Χωρίς τίτλο κυκλοφόρησαν εχτές οι εφημερίδες

κι απ' τους υπότιτλους έλειπαν ορισμένα γράμματα

Καραδοκούν οι ψαράδες να τυλίξουν στο χαρτί

τα αργύρια ανοιχτής θαλάσσης


ποιος στ' αλήθεια νοιάζεται για ειδήσεις;

17 Οκτ 2011

Η επικίνδυνη κλίση του ποτέ

Οι κνιδώσεις των παρειών
Και η απρόβλεπτη τριχοφυΐα
Των αγαλμάτων

Ο χρόνος
Τετράδιο χωρίς γραμμές
Κι ετικέτα

Η επικίνδυνη κλίση του ποτέ

15 Οκτ 2011

Αχάριστο νόμισμα



Ανακάλυψα μια τρύπα στη τσέπη
από κει θα πήδηξες αχάριστο νόμισμα
δε σου ’φταναν θαρρείς η ζεστή μου φόδρα
τα χάδια απ’ τα δάχτυλά μου
άντε τώρα να σε προλάβω έτσι που τρέχεις
στάσου
πας ίσια στον υπόνομο
στρίψε αριστερά σου λέω
αχάριστο νόμισμα
ονειρευόσουν χρηματοκιβώτια βαριά
χαρτογιακάδες χαρτοφύλακες
τα πιο φτηνά σου όνειρα δεν τα ‘κανες ακόμα
ήθελες λέει να γίνεις τσεκ
ή κάρτα ανάληψης
έστω δωροεπιταγή
αχάριστο νόμισμα
σε κάποια χαραμάδα σφηνωμένο θα σε βρω
διάλεξε την ποινή σου
θες να σε ρίξω στ’ αλογάκια
ή στα μηχανάκια του καφέ;

7 Οκτ 2011

Η γενναιότητα του στρατιώτη Βολφ

Θα πρέπει εδώ να διαπιστωθεί
Η γενναιότητα του στρατιώτη Βολφ
Ο οποίος κρεμάστηκε απ΄ το ταβάνι
Όταν του αποκάλυψαν πως πολεμούσε για
Μια εικονική πατρίδα
Κάτω από τις διαταγές ενός κλωνοποιημένου
Στρατηγού
Με σφαίρες από πλαστικό
Φιλικό στο περιβάλλον
Με άρματα μάχης από καουτσούκ
Κινούμενα με ηλιακή ενέργεια

Είπαν πως δεν κάτεχε τα νέα όπλα
Άλλοι πως κιότεψε
Και κάποιοι βιάστηκαν
Να του κολλήσουν τη ρετσινιά του ντικγιντάγκα

Διαλύθηκαν ήσυχα
Ωστόσο δυσαρεστημένοι
Για την αδικαιολόγητη αύξηση της τιμής
Των οπωροκηπευτικών

απομεινάρια πλώρης

Με το χέρι στον ώμο με αποχαιρέτησε
θα ξανάρθει το πρωί είπε

Ξοδεύει η νύχτα τις αγκαλιές των ναυαγών
κρεβάτια κύματα αγαπητικά

Βουτάει το φεγγάρι αγκίστρια γεμάτο
για στίχους που φύτρωσαν
πάνω απ' τα κουφάρια θαμμένων ποιητών
λόγια ανείπωτα δεμένα σκοινιά σε απομεινάρια πλώρης
ψάχνοντας αέρα και φως καλοκαιριού
πνίγονται σιγά σ' ένα ποτήρι αλμυρό
μάτια που κλείδωσαν τα μυστικά τους
σε μια παλιά υδατογραφία

Ξοδεύει η νύχτα πανσέληνο
τραγούδι στα χείλη μελλοθάνατων
σαν αύριο να μην έχει
άλλο σκοτάδι ούτε και φως ούτε
σεντόνια απλωμένα στις ταράτσες
προσύμφωνα παράτασης αναπνοής
μέχρι ν' ακουμπήσουν τα γόνατα στο χώμα

Ακούστηκαν βήματα
θα επέστρεψε η μέρα
να μαζέψει άδεια μπουκάλια και ξερατά

1 Σεπ 2011

Ν.Γ. Πεντζίκη - Η αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής- απόσπασμα

Μήτηρ και τέκνο
τέμπερα, 1989 

...Η θάλασσα και το λουλούδι το εφήμερο, που γύρεψα να το εξομοιώσω μαζί της, και το χέρι που γίνεται άνθος εκπροσωπώντας την Επουράνια Δύναμη, όλα, όχι εν ονόματι του αριθμητικού τους βάρους, αλλά των αριθμών που ορίζουν τους ρυθμικούς των παλμούς και σχηματισμούς, τη γέννησή τους, σαν κύματα που έρχονται και σπουν στ' ακρογιάλι με μια λαμπεράδα αφρού, συγκρινόμενα με τη μύχια κίνηση των σπλάχνων μας από τον ποιητή, τα πάντα μάταια και φθαρτά, εκφράζουν ταυτόχρονα την αναλλοίωτη διάρκεια, τη σταθερότητα εκείνων των σχημάτων που ο Πλάτων όρισε ως ιδέες, έξω απ' τη φθορά, αθάνατες. Μέσα στη μακρινή άποψη, όπου σχεδόν τα αντικείμενα έσβηναν από τα μάτια μας και συγχωνεύονταν και συγχέονταν, διακρίνοντας τη διαύγεια της ζωής πέρα απ' ότι ονομάζουμε θάνατο, δια μέσου του κενού πλαισίου των σχημάτων, δεν ξέρω πώς θα γινόταν να μην εξατμιστώ ο ίδιος όπως το νερό που από τη θέρμη του ήλιου στραγγίζει κι ανεβαίνει σαν λευκή ατμίδα στο θόλο ή πώς δε θα 'ριχνα λάσπη να βρομιστεί το σχήμα και το πλαίσιό του, αρνούμενος την καθαρή του υπόσταση, από την ανάγκη και μόνο να επιμείνω στη ζωή, όπου βρίσκομαι με τη γέννησή μου αγκιστρωμένος, αν δεν υπήρχε η αγκαλιά της γυναίκας μου να με κρατήσει εκείνη την ώρα, που απλώνοντας το χέρι μου στην κοιλιά της τη στρογγυλή, άκουσα από μέσα χτύπους. Πόσο γεμάτο μυστήριο είναι το λάκτισμα της ζωής. Φοβόμουνα τη φτώχεια μου, φοβόμουνα την αδυναμία μου ότι δεν μπορώ να παραβγώ με τους άλλους, ότι πάντα μπορούν να με ξεγελάσουν, να με εξαπατήσουν, καθώς έχω ολονών την ανάγκη και κρούω τη θύρα τους. Πού θα μπορούσα να αποθέσω όλο το βάρος της παντελούς ήττας μου; Πώς ποτέ αυτός ο ακατανόμαστος σωρός των αποτυχιών, των χαμένων σκευών, των τσακισμένων, συντριμμένων ευθειών, θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν ένα ταξίδι; Είναι δυνατό η τεθλασμένη να γίνει ευθεία ταξιδιού γαλανή; Τι το αδιάψευστο μπορώ να διακρίνω στις ταπεινές κινήσεις μου; Πιεζόμενη από των θλιβερών τας επαγωγάς και τους χειμασμούς της ψυχής, η μνήμη άρχισε ν' αδειάζει το περιεχόμενό της όπως μια βρύση βγάζει το νερό. Προίκα μου φτωχιά, εσύ κουτί γεμάτο με τα ενθύμια και τις φωτογραφίες, ποια λαχτάρα με συνεπαίρνει πως τάχα άμα σ' αφήκω άδειο θα 'χει κιόλας σχηματιστεί η θάλασσα, με τα κύματα τα ικανά να ζωντανέψουν σε καινούριο βλαστάρι το βουβό λιθάρι της αναίσθητης μνήμης;

11 Αυγ 2011

Μερσεντές



MERCEDES by tvxorissinora

Υπήρχε ένα μικρό κτίσμα στην άκρη της δημοσιάς καμιά δεκαπενταριά τετραγωνικά όλο κι όλο. Στη μέση ένα παράξενο μηχάνημα σαν τεράστιο μικροσκόπιο, μ' ένα μεγάλο μοχλό που όταν τον κατέβαζες, έπαιρνες μια ωραία κονσέρβα από σταφύλια και άλλα φρούτα που κρατούσαμε να τρώμε το χειμώνα. Όταν κυκλοφόρησαν στην αγορά τα “έτοιμα”, το οικολογικό κονσερβοποιείο έκλεισε και το κτίριο παρέμενε ανεκμετάλλευτο μέχρι που κάποιος έριξε την ιδέα να στεγαστούν εκεί τα γραφεία της “Θύελλας”. Πήραμε μπογιά και γράψαμε απ' έξω με κεφαλαία γράμματα: ΓΡΑΦΕΙΑ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ. Μπάλα παίζαμε ως τότε στα τσαΐρια. Ανάλογα με τη διάθεση του ιδιοκτήτη αλλάζαμε κάθε χρόνο έδρα, κουβαλώντας τα γκολπόστ που μας έφτιαξε ο φανατικός της ομάδας επίσημος χορηγός και μαραγκός. Το πρόβλημα ήταν με τη μπάλα. Είχαμε μία με σαμπρέλα που τη φουσκώναμε με το στόμα όπως τα μπαλόνια και στη μέση του παιχνιδιού ξεφούσκωνε, άσε που πάθαινε και συχνά “φούιτ” όταν την κλωτσάγαμε μέσα στα τσαλιά. Έγραφα συχνά γράμμα στον πατέρα να μου φέρει μια “ποδοσφαιρικιά” και ω του θαύματος, μια ασπρόμαυρη, γυαλιστερή, με πολύγωνα τακάκια, με βαλβίδα που φούσκωνε με τρόμπα, κύλισε στο πράσινο χορτάρι.  
Τώρα τα πράγματα σοβάρεψαν. Είχαμε γραφεία αθλητισμού, μπάλα, δοκάρια, δίχτυα, ναι, συρράψαμε κάτι υπολείμματα από σιατσμάδες σκαλωμένους στο ποτάμι, μας έλειπε το γήπεδο. Ο κοινοτάρχης στην αρχή μας κορόιδεψε, όταν μαζευτήκαμε έξω από το καφενείο με πλακάτ, μα την άλλη μέρα που μέτρησε τα σπασμένα κεραμίδια απ' τη στέγη του σπιτιού του, φάνηκε ν' αλλάζει γνώμη αφού όχι μόνο μας παραχώρησε ένα χέρσο χωράφι της κοινότητας, έστειλε κι ένα γκρέιντερ να το ισιώσει. Πήραν χαμπάρι τα φαντάρια που είχαν έρθει με την επιστράτευση και μάθαμε ότι στην ομάδα πρέπει να υπάρχει προπονητής και για το παιχνίδι, διαιτητής. Η ομάδα, θύελλα πραγματική, πετούσε. Πήραμε σβάρνα τα γύρω χωριά, έπαιζαν μαζί μας και κάτι νεαροί φαντάροι, στην αρχή παίζαμε για τη φανέλα, ύστερα βάζαμε δυο αρνιά και μετά το ματς τα τρώγαμε όλοι μαζί, τα χρόνια περνούσαν και κάποια στιγμή το δεκάρι το καλό, μετοίκησε εις το κλεινόν άστυ. 

Έπειτα πέρασε σαν θύελλα κι ο εκσυγχρονισμός. Έκαναν λέει αναδασμό, βούλωσαν τα δυο ποτάμια κι άφησαν μόνο τον κοκκινοπόταμο και κούρεψαν γουλί τον κάμπο. Πάνε τα σουούτια, τα μιλέα, τα καβάκια, τα δρομάκια, οι γωνιές, τα ρυάκια, πατέρα πού είναι το “μάντσιαλο”, “του τερζή η γκιόλα”, το “καβάκντερε”, ο “αντάς”; Να εδώ είναι ο αντάς, εδώ ήταν τα καβάκια κι από κει οι καρυδιές. Το μόνο απείραχτο ήταν ένα δρομάκι γεμάτο αγριάδες, μοναδική ανάμνηση απ' τον παράδεισο. Πέρασαν κι άλλα, χρόνια πολλά, τώρα το γήπεδο γεμάτο τσαλιά ένα μέτρο, πού παιδιά να παίξουν, γεμάτα τσαλιά και τα περισσότερα σπίτια, στα λίγα που τη νύχτα έχουν φως, μένουν ένας ή δύο το πολύ και η μνήμη πριονοκορδέλα.

Στη φωτο εικονίζεται το δεκάρι το καλό να χάνει το κρίσιμο μπέναλτι.
Ποτέ στη ζωή του δεν ξαναχτύπησε..

10 Αυγ 2011

Dialogue of the wind and the sea



Φυσάει απόψε. Θα μου πεις, παντού φυσάει πότε πότε. Μα σαν ακούς το φύσημα, τρέχεις να ανεβάσεις τα τεντόπανα, να κατεβάσεις τα ρολά, να μη χαλάσει τον ύπνο σου η εκτός τόπου και χρόνου έναρξη της νυχτερινής συναυλίας της ορχήστρας του τυχαίου και του ανεπανάληπτου ή διαλέγεις νυχτερινός ακροατής, να σταθείς στο πόντιουμ, να αντιστίξεις τον υπόκωφο κι αγριεμένο ήχο της θάλασσας με τις κολορατούρες απ' τα φυλλώματα των δέντρων. Αργότερα θα ξεσπάσει βροχή και η αλεατορική μορφή της σύνθεσης θα παραχωρήσει τη θέση της στην αργή, επαναληπτική δράση της ελάχιστης αντίληψης της ροής του χρόνου. Ενδέχεται να ακολουθήσει ένα κρεσέντο καταιγιστικής πτώσης κρυστάλλων χαλαζία σ' ένα στρέτο μαεστράλε που θα ζήλευε και ο κάντορας της εκκλησίας του αγίου Θωμά της Λειψίας. 

Σιωπή. Το αντάντζιο της θάλασσας φτάνει ως εδώ. Μια τρίλια, μια ανάσα κοφτή, ένα στραβοπάτημα της αιθέριας σοπράνο. Καταρρέει η σκηνή κι ο κόσμος τρομαγμένος στη θέση του. Πλησιάζει η ώρα της αναχώρησης, στη σειρά περιμένουν οι παραλήπτες των επιθαλάσσιων συνθέσεων, να τις χωρέσουν στα παζάρια της επικαιρότητας. Μα πού να στριμωχτούν τόσα λείψανα αγιοσύνης στον ίδιο κι απαράλλαχτο βράχο της συμφωνίας των κυμάτων; Θα πάρει καιρό να γίνει νησί ο αμμοσύρτης και να πατήσουν χώμα οι βασιλικοί και τα γεράνια. Ως τότε θα ταξιδεύουν καβάλα σ' ένα δελφίνι φορτωμένο με τις παραλλαγές της ανοιχτής θάλασσας. 

6 Αυγ 2011

ταξιδεύοντας με το νικάκι



Ζέστα ρε του έρμου... ναι ρε του έρμου, καίει... τι καίει για... όλ'ι μέρα καίει, κι τα ξύλα θα σώνουνταν... τα κόκαλα καίει απ' αυτνούς που πήγαν στντ' κόλασ' ι... α, του έρμου, γιαυτό δε σταματάει... θα πα ν' απλώσου τσ' σουληνις να πουτίσου, θα ξιραθούν τα παντζιάρια...

Η Ζωζώ και η Πιπίκα, δυο αδερφάδες που τις χώρισαν όταν ζήτησε τη μια ένας απ' τον πάνω μαχαλά και την πήρε στην αυλή του. Η Ζωζώ έπεσε να πεθάνει. Γύρω γύρω σύρματα, δεν κόταγε να τα πηδήξει, ο κύρης της την τάιζε, την πότιζε, την είχε σαν βασίλισσα, μα έξω απ' το μπαξέ, ποτέ. Έγινε με τον καιρό καλή νοικοκυρά, υπάκουη, δε μπλεκόταν στα πόδια του, τον ακολουθούσε πιστά, στα παντζάρια, στα βαμβάκια, στ' αλώνια μα κάπου κάπου θυμόταν την αδερφή της κι έκλαιγε πικρά.

Ρε του έρμου του σκλί.... όλ'ι μέρα ιδώ... βρήκι τρύπα κι αδιρφή τς κι βγαίν' απ' του σπιτ' ... δεσ' την Θανάσ' να την ξιχάσ' ι.... τι να την κάνου, παρέα μ' είνι του έρμου... άμα θέλ' ι να βγεί όξου, ας πάει.

Το νικάκι κάθισε για πρώτη φορά στην αποκλειστική θέση του συγκυβερνήτη. Άνοιξε την αποθήκη με τα τραγούδια. Τι θ' ακούσουμε μπαμπά; Η Εγνατία οδός υποσχόταν ότι θα μας οδηγήσει απ' ευθείας στον ωκεανό. Λιναρντ Σκιναρντ, μπαμπά, ωραίο είναι αυτό το ροκ, ούτε βαβούρα, ούτε βλακεία, μπαμπά χαμήλωσε!

Του έρμου του σκλί, όλ'ι νύχτα γκαβγκάει... του τάισα, του πο' τσα, τι θέλει του έρμου;

Η κυρα Χρυσή σήκωσε τον τενεκέ με το βασιλικό κι έπιασε το κλειδί. Έριξε μια ματιά τριγύρω, όλα όπως τ' άφησε. Βρήκε την πένσα και ξεκίνησε να κόβει το συρματόπλεγμα.

Για την ιστορία: Η Πιπίκα ήταν το μόνο σκυλί στον κόσμο που έτρωγε τα πάντα εκτός από μήλα,
Η πολλά υποσχόμενη Ζωζώ κατάφερε να μη μας δαγκώσει, όμως γαυγίζει ασταμάτητα την ώρα που της απαγγέλω στίχους αρχαίων ποιητών, ωστόσο εκδήλωσε την επιθυμία να αρχίσει μαθήματα βιολιού ....του έρμου.

30 Ιουλ 2011

εικασίες για έναν θαλάσσιο αγριόχοιρο


Το ζειν επικινδύνως είναι ένας λόγος να ζεις. Να στέκεσαι σαν αερόστατο με τη μοναδική αυθεντική σου παρουσία να διαγράφει τα όρια του του ιδιωτικού σου σύμπαντος σε ένα χώρο που διαρκώς εγκαταλείπεις κάθε φορά που αραιώνει ο αέρας. Να ζεις με τις λιγοστές αισθήσεις που σου απόμειναν, ν' ακούς, να οσφραίνεσαι μα να μην μπορείς να ξεχωρίσεις αν είναι θάλασσα ή ουρανός εκείνο το γαλάζιο που ολοένα πλησιάζει στο βαθύ του σκοταδιού. Μ' άλλα λόγια, ν' αντιμετωπίζεις τη νύχτα σαν μια ευκαιρία να οργανώνεις τους ήχους και τις μυρωδιές, μαθητευόμενος αρχιτέκτονας, χωρίς μια γραμμή να πιαστείς και ν' αρχίσεις, ακίνδυνος ωστόσο αγριόχοιρος για τα επιτηδεύματα της εμπορίας του χρήματος και της εξαγοράς του υποθαλάσσιου εργοστασίου παραγωγής σπάνιων αισθημάτων. Πρόφτασα εν μέσω γραφής, να φωνάξω το Νικόλα που επέστρεφε απ' την οικοδομή στις τρεις τα ξημερώματα. Ετούτος ζει επικινδύνως. Απλήρωτος για πέντε μήνες, σηκώνει στις πλάτες του το νέο κτίριο του εθνικού δικτύου τηλεπικοινωνιών. Αύριο θα μετακομίσει σ' ένα μικρότερο δωμάτιο. Αν χρειαστεί, θα επεκτείνει την παρουσία του στη δασική περιοχή πέριξ των προαστίων, με υψωμένα τ' αυτιά και το ρύγχος σε υπερδιέγερση. Κι ίσως τρέξει ως τη θάλασσα, να βυθιστεί αργά και μ' αξιοπρέπεια στον υγρό κόσμο των αινιγμάτων που πάνω στη σκαλωσιά δεν πρόφταινε καν να αντιληφθεί την ύπαρξή τους. Μήτε κι εγώ είχα ποτέ υποψιαστεί πως εκεί που σκοτεινιάζει το νερό, οι φυσαλίδες που ανεβαίνουν οδηγούν στο θαλάμι του άγριου θηλαστικού που στέκεται ανήσυχο κι απορημένο σαν το Νικόλα σ' ένα παγκάκι της πλατείας Συντάγματος, πρώτη μέρα στην πρωτεύουσα. Πολλοί ισχυρίζονται ότι έχουν δει την ώρα που νυχτώνει να ξεπροβάλλει στην επιφάνεια της θάλασσας ένα κεφάλι αγριόχοιρου στεφανωμένο με απολιθωμένα άνθη θαλάσσιας ορχιδέας. Άλλοι ειρωνεύονται τους προηγούμενους και υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει θαλάσσια ορχιδέα. Οι πιο πολλοί επιμένουν ότι όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από πνευματικά περιττώματα φαντασιόπληκτων ανθρώπων. Ωστόσο την ώρα που νυχτώνει, ανάμεσα σε μια απόμερη συστάδα βράχων, αναδύεται κάθε βράδυ με τιμές και παράτες, η Αυτού Εξοχότης, ο Αγριόχοιρος.

17 Ιουλ 2011

όταν η φύση εκδικείται την τέχνη


Ανοίγω τα στραβά κανιά μου και ξανοίγομαι απαράδεκτος από κάθε λιθάρι, άμμο και βράχο πυρωμένο που πατώ. Σαν να μου λένε τι θες εσύ εδώ, εδώ με γέννησαν απαντάω. Το ψέμα χρειάζεται για δυο λόγους: για να φυλαχτείς ή για να ξεγελάσεις. Καμιά φορά επίσης συμβαίνει να έχεις απομακρυνθεί τόσο από σένα ώστε κάθε φορά που προσεγγίζεις το μητρικό σου χώρο, να αισθάνεσαι σαν τον έκπληκτο πρωτευουσιάνο στο πανηγύρι του Αι-Μάμα. Ο λόγος που γεννιέται κανείς είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο αναρωτιέται. Και τώρα πρέπει ν' αποστηθίσω όλα τα μίγματα του αέρα, τις πατημασιές που σάρωσαν τα κύματα, για να εξασφαλίσω λίγη αξιοπρέπεια που μου επιτρέπει να περπατώ με την άνεση του ανήξερου παιδιού στην αθανασία της σοφίας των βράχων. Και σε μια κόχη που παγιδεύτηκε λίγο θαλασσινό νερό, να εξομολογήσω τα γλιστερά πεζοδρόμια της ζωής μου. Να ξεκαθαρίσω, θέλω να πω, την τελική μου εκλογή, πράγμα που φαντάζει τείχος αδιαπέραστο που υψώνεται απ' τις κλαγγές και τις τσιριμόνιες μιας τυπικής μέρας. Θα μπορούσα επίσης να μιλώ για ώρες για το ά-τεχνο, όπως ο κρεοπώλης που τεμαχίζει επιλεκτικά ένα προϊόν γέννεσης κρατώντας για τον εαυτό του τα πιο νόστιμα κοψίδια.
 Η φύση κάποτε εκδικείται τους άτεχνους εραστές της, με την ασάλευτη καρτερία της.

9 Ιουλ 2011

το ερημονήσι


Μες στην ερημιάς τ' αγέρι
όλ' αγιάζουνε με μιας
Πιάνεις του Θεού το χέρι
και στα κύματα ακουμπάς
σαν αγριοπεριστέρι

Γεια σας έχτρες γεια σας μίση
και γινάτι καθενός
Άμα βρεις το ερημονήσι
όλα τ' άλλα είναι καπνός
Μια φορά να το 'χεις ζήσει

Οδυσσέας Ελύτης


6 Ιουλ 2011

Γιάννης Ρίτσος - η Πατρίδα

Να φύγουμε-είπανε-δε νταγιαντιέται πια τούτη η μιζέρια
ο κακός θάνατος δε νταγιαντιέται. Και που θ΄αφήσουμε τους πεθαμένους,
τα κόκκαλα, τα σταμνιά, την καμπάνα; Αϊ, ο ίσκιος της ελιάς το μεσημέρι
τ΄ αμπελάκι κατάγναντα στο πέλαγο, τα βατράχια τη νύχτα.
Πονιέται αυτό το χώμα. Και ποιος θα διαφεντέψει
το σκυλί, το σπουργίτι, τ΄ αλώνι; Κείνο το πέτρινο χέρι
κομμένο από τον αγκώνα - τι να σου κάνει; Το καπίστρι
γερά το κρατάει, - μα την αξίνα, το κλαδευτήρι, το φτυάρι;
Κι αν πάρει ο αγέρας τ΄ άχυρο; Κι αν οι αντίχριστοι ξεθάψουν
την καραμπίνα απ΄ τ΄ αχούρι;- πού να πεις πια πατρίδα;
Κάτσαν στο χώμα βγάλαν τα παπούτσια τους λύσαν
τους κόμπους της πετσέτας φάγαν το ψωμί τους. Και τα ψίχουλα
τα μάζεψαν ένα ένα, τα ΄βαλαν στην άσπρη πέτρα
να βρει το μωρουδέλι χελιδόνι, μην ψοφήσει.
Κάναν το σταυρό τους. Δε φύγαν.

Συνελόντι ειπείν..

..Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ' εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω.

...Σ' αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, που οι περισσότεροι αδυνατούν, επί παραδείγματι, να εκτιμήσουν την υγεία επειδή δεν έτυχε ν' αρρωστήσουν, ή επειδή -το χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» την αρρώστια. Ο μηχανισμός μιας λειτουργίας όπως αυτή αντανακλά πάνω στη λογοτεχνία μας, την καταδυναστεύει, την υποβάλλει σ' ένα είδος παραμορφωτικής αρθρίτιδας, που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται ως η μόνη φυσιολογική.

..Και το ωραίο
είναι ότι σε τελικήν ανάλυση, τη νύφη την πληρώνεις εσύ, που βρίσκεσαι απ' τους απ' έξω. Δεν τολμάς να τραβήξεις μιαν από τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ένα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που ανεβοκατεβαίνουν στην κόλαση όπως στο σπίτι τους. Δεν κοτάς ν' αγγίξεις μιαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να «κάνεις πορεία» μ' έναν συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους.

..ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές· δυο τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι, ολίγες μέντες από δυο κοντά κοντά βαλμένες ανάσες, ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος, και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντοτε. Όλα όσα, μ' άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ.

Από τα "δημόσια και τα ιδιωτικά" του Οδυσσέα Ελύτη

Μάρκος Μέσκος, Ποιητής


















 Τελείωνε το ποίημα όταν πλησίασα.
(Ήταν αθάνατος ή όχι;)
Του μιλούσα κι αυτός έβλεπε πώς πίνουν νερό τα πουλιά
του μιλούσα κι αυτός έπαιρνε τη σάλπιγγα
να τραγουδήσει νεκρούς...
Του 'δειχνα τ' άσπρα μου μαλλιά μ' αυτός δε φοβόταν
τον θάνατο,
του 'λεγα να 'ρθεί μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ' τη θλιμμένη βροχή
μ' αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου
κι έφυγε κρύβοντας την παρουσία του στο πλήθος
όπως το λαβωμένο ζώο στο δάσος.

Από τη συλλογή Πριν από τον θάνατο (1958)

Αιέν Αριστεύειν

η κόρη, 20 στον "έλεγχο ακουστικών ικανοτήτων"
ο παππούς, 20 στο πιεσόμετρο

πώς αλλιώς;

εμείς στο σπίτι μας ήμασταν πάντα του είκοσι

4 Ιουλ 2011

νύκτωρ


Δεν έχει πιο νύχτα απ' τη νύχτα. Ούτε όταν τα φώτα ανάβουν και οι οθόνες μάς έλκουν ως υποψήφιους στόχους. Η προβολή του καθενός στην καθημερινότητά του, ας αφήσει και μια υπόνοια αβροφροσύνης έστω, στην πιο βαθιά του αντίθεση.

3 Ιουλ 2011

ρεβυθόκηπος


Ρεβύθια αγαπητέ κι ο ξεχασμένος ήχος της κουκουβάγιας. Και μια κωλοφωτιά που άλλοι τη λεν πυγολαμπίδα. Έτσι θα πρέπει να ξεκίνησε ο κόσμος, ούτε που θυμάμαι πώς. Κάθομαι ναυαγισμένος στη μικρή βεράντα, περικυκλωμένος από φυλλωσιές που δεν ξεχωρίζουν αν είναι κληματόφυλλα, μουριές ή καϊσιές κι ένα φως στην κολόνα που παριστάνει το φεγγάρι. Το σπίτι, η μάνα, τα παραθυρόφυλλα ανοιχτά κι ο μπαχτσές απαράλλαχτος. Ρεβύθια αγαπητέ τα μνημονικά σου που πράσινα τ' απολαμβάνεις κι όταν ξεραθούν θέλει χέρια γερά για να ξεριζωθούν.

29 Ιουν 2011

ο ύμνος της αγάπης - Καντάτα







ΚΑΝΤΑΤΑ ΣΕ ΤΡΙΑ ΜΕΡΗ
ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΚΑΙ ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ


26 Ιουν 2011

χαμόγελο παπαρούνας ΙΙ



...κάπως έτσι χάνονται και οι άνθρωποι
σαν τα δακράκια που τα σκέπασε μαρτιάτικο χιόνι
κι όταν μπει Απρίλης
άλλοι ανθίζουν κι άλλοι απλώνουν ρίζες εναέριες
περιμένοντας την τέλεια εναρμόνιση των ανέμων
να ζήσουν έτσι όπως πέθαναν

κάπως έτσι κι εγώ με τα φθαρμένα καλώδια και τα καμένα λαμπιόνια
στοιχηματίζω στο όνειρο
μην και προφτάσουν τα αδιάφθορα
τα διαυγή ενός φθισικού παράδεισου
που άοκνα θησαυρίζουν στις τσέπες μας


ο ποιητής οφείλει να αυτοαναιρείται
κάθε φορά που αντικρίζει το χαμόγελο της παπαρούνας