7 Ιουλ 2012

Καστάνκα

 



Το ξαδερφάκι μου ο Μπάμπης πώς δεν στραβολαίμιαζε κοιτώντας συνεχώς στον ουρανό; Κοίτα τα καβακλούτ'κα, αυτά με τα πορτοκαλί φτερά, πόσες τούμπες κάνουν, τα άσπρα είναι τα σπιτίσια, μια φορά να τα ταΐσεις, θα σε ξέρουν και θα ξεκουτσουλιάζουν στο χέρι σου. Ο περιστερώνας του Μπάμπη ήταν το κέντρο επιχειρήσεων της κοινωνικής του δικτύωσης. Αυτοσχέδια καφάσια με ό,τι καρφί και σανίδι περίσσευε απ' τις οικοδομές, απαλλοτριωμένα κομμάτια συρματόπλεγμα, μπόλικο το στάρι το καλοκαίρι απ' τις μπατόζες και το χειμώνα βρεγμένα ξεροκόμματα απ' αυτά που δεν περίσσευαν. Είχε κι ένα αρνί που το τάιζε γάλα μ' ένα ρωγοβύζι κι όταν έμαθε ότι θα το σφάζανε το πάσχα, πού να δείτε το Μπάμπη.

Τα περιστέρια του σύγχρονου αστικού μύθου είναι οι φτερωτοί αρουραίοι. Φορείς σοβαρών ασθενειών, ενοχλητικοί επισκέπτες, μπορεί να χτίσουν τη φωλιά τους εκεί που δεν το περιμένεις. Ας πούμε πάνω στην εγκατάσταση παροχής αερίου.

Κάπως έτσι μπήκε στη ζωή μου η Καστάνκα. Ανάμεσα στις κρούστες από κουτσουλιές φάνηκε κάτι να καρδιοχτυπά έτοιμο για έμφραγμα. Το πήρα στα χέρια μου, δε φρόντισα να φοράω μάσκα, ούτε γάντια, ο Μπάμπης θα με μούντζωνε, ήταν δεν ήταν δέκα ημερών, είχε πορτοκαλί τρίχες στο κεφάλι της όπως και στην πλάτη, μεγάλα ωραία πόδια και μια μύτη, μα τι μύτη, σαν της βασίλισσας Κλεοπάτρας. Να το πούμε Καστάνκα, πρότεινε το νικάκι. Η Καστάνκα πεινούσε, έβρεξα λίγο ψωμί μα δεν άνοιγε το στόμα της. Πήρα τη μεγάλη απόφαση, αυτήν του μικροαστού που θα καυχιέται καιρό για τον ηρωισμό του. Με το ζόρι λοιπόν και με τα νύχια του κιθαριστή άνοιξε το ράμφος η εκλεκτή φιλοξενούμενη και πήρε το πρώτο της γεύμα.

Πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες. Η Καστάνκα έβγαλε φτερά, τα κουνούσε έντονα μόλις με έβλεπε με μια χούφτα σπόρους. Καθόμασταν στη βεράντα και τα λέγαμε, της είπα για τα παλιά, για το Μπάμπη, για την προβατίνα του που απεβίωσε πλήρης ημερών, εκείνη ωστόσο έδειχνε ζωηρό ενδιαφέρον για τα καθέκαστα, της έκανα όσο γινόταν μια αντικειμενική ανάλυση της τρέχουσας επικαιρότητας, πλάκα κάνετε, φώναξε, οι σπόροι φτάνουν για όλους ακόμα και για τα πουλιά!

Η Καστάνκα μελαγχόλησε. Το μαρτυρούσαν τα κακά της που ήταν όλο νερό. Τηλέφωνο, το εκπαζ δε δουλεύει, οι σύλλογοι έκλεισαν, κτηνιατρική σχολή, κάπου λέει υπάρχει ελπίδα, κοντά στην Αριστοτέλους.

Την έκλεισα σε ένα κουτί από παπούτσια και πήρα το δρόμο. Στην πλατεία στηνόταν ένα ακόμα προεκλογικό σκηνικό. Ποιος μιλάει; Ο Μπάμπης, απάντησα.